ΑΡΧΗ » ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ » Χρῆμα

 

Χρῆμα

 

                                                                                                                                                                            Γράφει ἡ Βαρβάρα Σταγιάννου

Κατά τό λεξικόν τῆς Γλώσσης μας, χρῆμα σημαίνει ὅ,τι μεταχειρίζεται κάποιος ἤ κάτι τό ὁποῖον ἔχει ἀνάγκη.
Εἶναι τό κυρίαρχον μέσον τῶν πολιτισμένων κοινωνιῶν, γιά νά συναλλάσονται.

Ἡ Λέξις ὅμως ΧΡΗΜΑ, κατά τόν Κώδικα τοῦ Ἕλληνος Λόγου, ἔχει πολλά περισσότερα νά μᾶς φανερώση, ἄν δεχθῶμεν νά συνομιλήσωμεν μαζί της.
Κωδιικῶς, λοιπόν, ἡ Λέξις ΧΡΗΜΑ σημαίνει:

Χ = τά χοϊκά στοιχεῖα, τήν χθόνα, τήν γῆ μας, τό χῶμα.
Ρ = τήν ροήν τοῦ φωτός, πού στήν συνέχειαν θά ὀνομάση κάθε ἄλλην ροήν.
Η = τήν φανέρωσιν (τῆς δράσεως ἤ τοῦ ἀποτελέσματος).
Μ = τήν ὁρατήν μας φύσιν καί
Α = τήν ἀρχικήν δύναμιν, γενικῶς.

Ἡ ἱστόρησις τής λέξεως χρῆμα λέγει:
στό χῶμα ἡ ροή τοῦ φωτός φανερώνεται καί ἐπί τῆς φυσικῆς δημιουργίας.

Μέ τά ἄφωνα – ΧΡΜμέσως ἐγώ σκέπτομαι τήν Λέξιν ΧΑΡΑΜΑ. Ἄρα τό χάραμα ἔρχεται, ὅταν ἐδῶ στό χῶμα φθάση ὁ φωτισμός, ὥστε νά δομηθῆ η μαμά μας ἡ φύσις.
Σκέπτομαι ὅμως καί τό ΧΡΩΜΑ, διότι τό φῶς εἶναι αὐτό πού ἀποδίδει ὅλα τά χρώματα, τά ὁποῖα ὁ ὀφθαλμός μας συλλαμβάνει καί ὁ Νοῦς μας θαυμάζει.

Κρατῶντας τίς ἔννοιες τοῦ Χ = χοϊκά στοιχεῖα καί Ρ = πᾶσα ροή, θά ἀναζητήσω Ἑλληνίδες Λέξεις, πού ἐμπεριέχουν τά γράμματα αὐτά:

ΧαΡά = τό αἴσθημα πού μᾶς πλημμυρίζει, ὅταν στό χῶμα ρέει ὁ φωτισμός.
ΧοΡός = ἡ κυκλική κίνησις. Πρωτίστως βέβαια σημαίνεται ἡ κάθοδος τῶν φωτοενεργειῶν στόν χῶρον μας
καί ὑστέρως ἡ ἀνθρωπίνη μίμησις.
ΧῶΡος = τό Ω σημαίνει τόν γήινον χῶρον καί ὡς ἐκ τούτου, ὁ χῶρος ὁρίζει ὅ,τι ἐπί τοῦ χώματος φωτίζεται.
ΧΡάω = χορηγῶ ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη καί ασφαλῶς πρώτη ἀνάγκη διά τήν συντήρησιν τῆς ζωῆς εἶναι τό φῶς.
ΧΡέος = ὅ,τι ὀφείλω νά δώσω ἤ ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον ζήτημα.

Ἕως ἐδῶ ἐλήφθη ἡ ὀρθή πληροφορία, ὅτι τό χρῆμα εἶναι ἀναγκαῖον, δι’ ὄλους. Εἶναι ἕνα μέσον συναλλαγῆς, ὥστε νά γίνεται ἡ ζωή μας εὔκολη καί χαρούμενη, ἀλλά πρωτίστως ἐκφράζει τήν μοναδικήν ἀξίαν τῆς φωτορροῆς.

Στήν Λέξιν Χ-ΡΗΜΑ,διακρίνεται καί τό ρῆμα, ἀποδίδον τήν ἔννοιαν τοῦ Λόγου. Τό χρῆμα, λοιπόν, ἐνέχει στήν δόμησίν του καί τήν φιλοσοφικήν ἔννοιαν τῆς λογικῆς, τοῦ λόγου.

Συμπερασματικῶς καί κατά τήν κωδικήν μεθοδολογίαν, τό χρῆμα εἶναι ἕνα ἀγαθόν, πρωτίστως οὐράνιον, πού μέ τό χάραμα τῆς ἡμέρας σκορπᾶ τό χρῶμα τοῦ ἡλιακοῦ φωτός καί μᾶς γεμίζει χαρά. Ὁ χορός τῶν φωτοενεργειῶν μέ χάριν πολλήν φθάνει στόν χῶρον μας. Μᾶς παρέχει ὅ,τι ἕκαστος χρειάζεται καί μᾶς διδάσκει, ὅτι ἔχωμεν χρέος, αὐτό τό χρῆμα, νά τό διαχειριζώμεθα μέ σύνεσιν καί δικαιοσύνην.

ΔΡΑΧΜΗ – Νόμισμα

Νόμισμα= πᾶν τό ἀνεγνωρισμένον ἀπό παλαιά καί ἀνεγνωρισμένον ἐκ τῆς χρήσεως. (λέξικόν Ι. Σταματάκου).
Δραχμή = δράσσομαι, κυρίως ὅσον δύναταί τις νά πιάση μέ τό χέρι… (λεξ. Ι. Στάματάκου).

Τό Νόμισμα, ἐκ τοῦ νομίζω, καθιερώθη προκειμένου γιά νά ἐξυπηρετήση τίς συναλλαγές τῆς πολιτισμένης κοινωνίας καί κατήντησε ἡ μάστιγα τῆς ἀνθρωπότητος. Ὅ,τι ὀνομάζομε χρῆμα, εἶναι μέν αὐτό πού ἔχομεν ἀνάγκην ἀλλά εἶναι νόμισμα, διότι νομίζομεν ἐμεῖς, ὅτι αὐτό ἔχει καί ἀληθηνήν ἀξίαν. Ἡ Ἑλληνίς λέξις ἀκριβολογεῖ, διότι αὐτό καθ’ ἑαυτό τό νόμισμα δέν αξίζει, εἴτε ὡς χαρτονόμισμα, εἴτε ὡς πολύτιμον μέταλλον, ἄν δέν ἐξυπηρετήση τήν βιωτικήν μας ἀνάγκην.

Ἐξετάζοντας προσεκτικῶς τήν λέξιν Νόμισμα, διακρίνω δύο λέξεις – ἔννοιες, τόν Νόμον καί τό Σῆμα.
Μέ τήν Κωδικήν ἀνάλυσιν, ἡ λέξις Νόμισμα σημαίνει:

ΝΟ = τόν Νοῦν καί Νόμον, ἐκδηλούμενον σέ περιωρισμένον χῶρον.
ΜΙ = τήν ὁρατήν μας φύσιν, ἡ ὁποία συνεχῶς, λίγο-λίγο, τροφοδοτεῖται ἀλλά καί τροφοδοτεῖ.
Σ = τόν ἔσω χῶρον.
ΜΑ = τῆς φύσεως ἤ παντός φυσικοῦ σώματος.

Μελετῶντας τά κωδικά νοήματα, διακρίνω τήν ἔννοιαν τοῦ Νόμου, στήν χρῆσιν τού νομίσματος. Ἡ παρουσία τοῦ ἀφώνου -Μ- δηλώνει, ὅτι τό νόμισμα ἐξυπηρετεῖ τίς φυσικές μας (ἀρχικῶς) ἀνάγκες ἤ τό φυσικόν μας σῶμα.
Τό -Σ- πού σημαίνει τόν ἐσωτερικόν χῶρον, ἀλλά καί τό ἔσω νόημα, μᾶς φανερώνει τήν κρυμμένην ἀξίαν αὐτοῦ πού ὀνομάζομε νόμισμα.

Ἡ Ἑλληνίς, λοιπόν, λέξις Νόμισμα, μέ πολύ διακριτικόν τρόπον μᾶς ὑποδεικνύει, ὅτι ὁ ἐπιδιώκων νά ἀποκτήση νομίσματα, ὀφείλει πρωτίστως νά πειθαρχῆ στόν Νόμον. Ὁμοίως καί ὁ δαπανῶν τά νομίσματα, νά δρᾶ κατά Νόμον.

Τό συμπέρασμα, κατά τήν γνώμην μου, εἶναι, ὅτι ὁ Νοῦς καί ὁ Νόμος πρέπει νά ἐπιβλέπουν, διά τήν συνετήν ἀπόκτησιν καί δαπάνην αὐτοῦ τοῦ συναλλακτικού μέσου, τό ὁποῖον κρύβει δύναμιν καί ἐνέργειαν. Ἡ Δύναμις, ὅταν μέ σύνεσιν χρησιμοποιεῖται φέρει ΕΥ-ΝΟΜΙΑΝ, ἐνῶ ἡ ἀσύνετος χρῆσις φέρει ΔΥΣ-ΤΥΧΙΑΝ.

Τό ὄνομα Δραχμή, ἐδόθη, μέ πολλήν σοφίαν, ἀπό τούς λεπτολόγους ὀνοματοθέτας προγόνους μας.
Πέραν τῆς φαινομενικῶς συμβατικῆς ὀνομασίας, ἡ λέξις Δραχμή, κλείνει νοήματα ὑψίστης ἠθικῆς καί φιλοσοφικῆς αξίας.
Πρῶτον, διά τού ΔΡΑ → σημαίνεται ώς

Δ = δύναμις
ΡΑ = ροῆς τοῦ ὑπερτάτου φωτισμοῦ.

Σημαίνεται ἕνα Δ+ΡΔῶρον, τό ὁποῖον ἐπαξίως λαμβάνει, ὅποιος Δρᾶ, ὅποιος δημιουργικῶς ἐνεργεῖ.
Τά ὑπόλοιπα γράμματα, ΧΜΗ, σημαίνουν κωδικῶς τά

Χ = χοϊκά σωματίδια, πού ἔρχονται ἐδῶ στήν
ΜΗ = ὁρατήν μας φύσιν, ἤ ὀνομάζουν τό χῶμα καί εἶναι φανερά.

Η Δραχμή, δῆλα-δή, εἶναι ἕνα δῶρον, ἐδῶ στήν χθόνα, στό χῶμα, στόν ὑλικόν μας κόσμον. Εἶναι βεβαίως δῶρον, ἀπαραίτητον διά τήν ἐξυπηρέτησιν τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν μας, ἀλλά εἶναι χῶμα, εἶναι πρόσκαιρον, φθαρτόν, μάταιον.

Διά τῶν δύο λοιπόν λέξεων Νόμισμα καί Δραχμή, ἀναφαίνεται ἀπό τό βάθος τοῦ χρόνου, ἡ σοφή παραίνεσις τῶν συνετῶν προγόνων μας, Πειθαρχία στόν Νόμον καί ἀποφυγή τῆς ἀπληστίας, διότι ἡ Δραχμή μᾶς ὑπενθυμίζει: μπορεῖς νά δράττης δραχμές, ὅσες χωροῦν στήν παλάμην σου, ἤ ὅσες οἱ ἀληθινές ἀνάγκες σου ἀπαιτοῦν.
Ὅ,τι λάβης ἐπί ΠΛΕΟΝ εἶναι ΠΛΕΟΝ – ΕΞΙΑ.